Ξέρουμε και από ποίηση!

ImageΣτον απόηχο της σημερινής παγκόσμιας ημέρας ποίησης τα μέλη του φρικουενσι προτζεκτ μοιράζονται τις ποιητικές τους ανησυχίες.

Όχι ότι ανησυχούν όλοι ιδιαίτερα -μερικοί απλά διασκεδάζουν με τις ανησυχίες των υπολοίπων.
Τελοσπάντων, τα μαζέψαμε και σας τα παρουσιάζουμε.
Καλή ανάγνωση!

Υπερασπίζομαι την Αναρχία Κατερίνα Γώγου

Μη με σταματάς. Ονειρεύομαι.
Ζήσαμε σκυμμένοι αιώνες αδικίας.
Αιώνες μοναξιάς.
Τώρα μη. Μη με σταματάς.
Τώρα κι εδώ για πάντα και παντού.
Ονειρεύομαι ελευθερία.
Μέσα απ’ του καθένα
την πανέμορφη ιδιαιτερότητα
ν’ αποκαταστήσουμε
του Σύμπαντος την Αρμονία.
Ας παίξουμε. Η γνώση είναι χαρά.
Δεν είναι επιστράτευση απ’ τα σχολεία
Ονειρεύομαι γιατί αγαπώ.
Μεγάλα όνειρα στον ουρανό.
Εργάτες με δικά τους εργοστάσια
συμβάλουν στην παγκόσμια σοκολατοποιία.
Ονειρεύομαι γιατί ξέρω και μπορώ.
Οι τράπεζες γεννάνε τους «ληστές».
Οι φυλακές τους «τρομοκράτες»
Η μοναξιά τους «απροσάρμοστους».
Το προϊόν την «ανάγκη»
Τα σύνορα τους στρατούς
Όλα η ιδιοχτησία.
Βία γεννάει η Βία.
Μη ρωτάς. Μη με σταματάς.
Είναι τώρα ν’ αποκαταστήσουμε
του ηθικού δικαίου την υπέρτατη πράξη.
Να κάνουμε ποίημα τη Ζωή.
Και τη Ζωή πράξη.
Είναι ένα όνειρο που μπορώ μπορώ μπορώ
Σ’ αγαπώ
και δεν με σταματάς δεν ονειρεύομαι. Ζω.
Απλώνω τα χέρια
στον Ερωτά στην αλληλεγγύη
στην Ελευθερία.
Όσες φορές χρειαστεί κι απ’ την αρχή.
Υπερασπίζομαι την Αναρχία.


Γ.Φ.

ΣκοταδόψυχοςΦανφάρας

ΦΑΝΦΑΡΑΣ: Φαρμάκι έχω στην Ψυχή Φέρνει μαυρίλα θολερή Στα στήθια μου Νύχτα αξημέρωτη ξανά, Με το πιοτό της με κερνά, Εβίβα μου, Σκοτάδι πίνω για πιοτό, Πω πω πω πω πω πω πω πω, Ντέφι της λύσσας μου κρατώ, πωπωπωπω, πωπωπωπω και το μυαλό μου είναι θολό, πωπωπωπω, πωπωπωπω.
ΒΑΣΙΛΗΣ: …και το μυαλό σου είναι θολό και το δικό της πιο λειψό. Σας εθολώσαν τα λεφτά, γεια σου Φανφάρα φαφλατά.

Αρ.Πα

Ψιθυριστά Λουι Αραγκον

Δεν αγαπώ τους ανθρώπους που φτύνουν στη σούπα
Δεν αγαπώ τους ανθρώπους που άλλο δεν κάνουν απ’ το να μιλάν
Ή να χαμογελάν
Δεν αγαπώ τους ανθρώπους που γλείφουν τις σελίδες των βιβλίων
Με το πρόσχημα πως τις γυρνάν
Δεν αγαπώ τους ανθρώπους που συνέχεια με ρωτάν
Που έχω σκοπό να περάσω το βράδυ μουΔεν αγαπώ τους ανθρώπουςΔεν αγαπώ τους ανθρώπους που κλάνουν
Ιδίως όσους κλάνουν διανοητικά
Δεν αγαπώ τους ανθρώπους που ζέχνουνε το σκόρδο
Τους βυρσοδέψες και τους μοναχούς
Τα φράγκα τα σκατά την προθυμία
Δεν αγαπώ τους ανθρώπους που παραπατούν κοιτώντας τις γυναίκες
Κάπως υπερβολικά επιδεικτικάΔεν αγαπώ τους ανθρώπουςΠου υποκρίνονται πως νομοθετούν και κανονίζουν τη ζωή μου
Το χρόνο μου τα γούστα μου τα εκφραστικά μου λάθη
Που ενώ δεν τολμούν να κοροϊδέψουν την ακατάσχετη φλυαρία
Ενός κυρίου του κόσμου με ευγένεια
Βρίσκουν κακή ακόμα και την πιο ταπεινή
Από τις σκέψεις μου
Δεν αγαπώ τους ανθρώπους σας λέωΔεν αγαπώ τους ανθρώπουςΓιατί είν’ ανυπόφορα περιορισμένοι και χαζοί
Γιατί γευματίζουν και δειπνούν σε προκαθορισμένες ώρες
Από τους γονείς τους γιατί πηγαίνουν στο θέατρο στο σχολείο
Στην επιθεώρηση της δεκάτης τετάρτης Ιουλίου
Γιατί παντρεύονται ταξιδεύουν για το μήνα του μέλιτος
Σπέρνουν νόμιμα παιδιά
Που θα καταχωρηθούν στο ληξιαρχείο την ορισμένη μέρα
Θα γίνουν στρατιώτες πουτάνες κατά παραγγελία
Δημόσιοι υπάλληλοι
Συνοδοί της ανάγκης στα πιο διαφορετικά σαλέ
Γιατί μόλις τελειώσουν όλα αυτά τα ξαναρχίζουν
Γιατί απ’ όλα τ’ ανεγκέφαλα αισθήματα
Το αίσθημα της οικογένειας δεν είναι μονάχα
Το πιο διαδεδομένο μα και το πιο
Αηδιαστικό και μπορώ να σε γαμώ μπορώ να σε χτυπώ
Και παρόλ’ αυτά να είναι τόσο ευγενικό εμπρός παιδιά
Δεν πα να λένε έπειτα
Σκαρώνουν πνευματώδη λόγια και φάρσες
Μαθαίνουν πότε χρειάζεται το παραμύθι πότε το κομπλιμέντο
Διότι όλοι αυτοί οι κουραμπιέδες
Όταν μου τη βιδώνει να μην κάνω τίποτα με τον τρόπο τους
Επιχειρηματολογούν κι εκπλήσσονται
Επειδή τους ξερνάω κατάμουτρα
Επειδή σηκώνω τους ώμους αδιάφορα
Μπροστά στους βόες των γυναικών τους
Στα στεφάνια των κανακάρηδων τους
Στα διαμερίσματα της μπάκας τους
Επειδή εγώ δεν τα ‘χω καλά με το δήμαρχο ούτε με την πατρίδα
Επειδή εγώ δεν κρύβω τον τρόμο που μου προκαλούν
Επειδή
Δεν αγαπώ τους ανθρώπους

Filio Magenta

Aπό την συλλογή Κλέφτικο Γιώργος Πρεβεδουράκης

“Φευγάδα όπου και να ελλαδίσω με ταξιδεύει η πληγή”

Δ.Μ.

Έξι στιγμές Μίλτος Σαχτούρης

I

Ο μουγγός ξεκρεμάει παλιές
φωτογραφίες
κοιτάζει πτώματα τρομάζει ζηλεύει
στόματα κοριτσιών
κλαίει βγάζει ένα κόκκινο
σκαμνί στο πεζοδρόμιο

II

Ο άρρωστος μελετάει
τις καπνοδόχες
ξέρει πως από μέσα τους
φεύγουν τα όνειρα
και οι καπνοί
των πεθαμένων

III

Ο ζωγράφος έχει μέσα στην καρδιά του
μια ζωγραφιά
έχει μέσα στο κεφάλι του ένα μαχαίρι
θέλει να βγάλει τη ζωγραφιά
θέλει να βγάλει το μαχαίρι|
να σκίσει τη ζωγραφιά

IV

Ο φίλος μου έχει ένα περίστροφο
εγώ έχω μια κιθάρα
όταν οπλίζω την κιθάρα
το περίστροφο παίζει μια εξαίσια
μουσική
όταν σκοτώνω με την κιθάρα

V

Οι πόρτες τ’ άλογα και τα κουδούνια
ανοιχτά φέρετρα κάτω απ’ τον ήλιο
ανοιχτά στόματα κάτω απ’ τον ήλιο
Θε μου να σφάξουμε το μαύρο κόκορα
Θε μου να σφάξουμε το μαύρο κόκορα
Θε μου να σφάξουμε το μαύρο κόκορα

VI

Ο βαρκάρης των κεραυνών
γυρίζει
από ακτή σε ακτή
δε θέλει ν’ αράξει πουθενά
τη βάρκα του ψιθυρίζει
φύγαν φύγαν τα νερά

JJ Pallis

Ανωνύμου

Στην σκεπαστή μπροστά
θα φτιάξουμε πατσά
από τα μυαλά
κάθε γαύρου πουσταρά

Κωστής ΑΕΚ

Τα καημένα τα πουλάκιαΝαπολέων Λαπαθιώτης

Kρύο βαρύ, χειμώνας όξω,
τρέμουν οι φωτιές στα τζάκια·
τώρα, ποιος τα συλλογιέται
τα καημένα τα πουλάκια!Tα πουλάκια είναι στα δέντρα,
τα πουλάκια είναι στα δάση,
― τα πουλάκια θα τα πάρει
ο βοριάς που θα περάσει·

big alejandro

Rec-vie-MΑφροδιτη Λυμπερη

Μοιάζω να’χω σώμα μέλισσας
με κίτρινο κάλυπτα τ’άσπρα μαλλιά
τα γδαρμένα γόνατα με μαύρο
Κυνηγούσα τις απολαύσεις με μανία.
Λάτρεψα την αναρρίχηση στους μίσχους
σιχάθηκα τ’ανυπόμονα μπουμπούκια.
Δε με συγκίνησε ποτέ το μέλι.
Άλλες γεννιούνται για μανάδες
κι άλλες για φτερωτές μοιχαλίδες.
Ρουφώντας το κεντρί της μοναξιάς
δηλητηρίαζα ερωτικά τα μάτια
που γλεντούσαν με αλκοολούχο μίσος.
Και τώρα εγώ νεκρικά μυστηριώδης
ανοίγω δειλά την μπαλκονόπορτα
και πορεύομαι ξανά μετέωρη
c’est la vie
αυτό να γραφεί
στην τελευταία μου κηρήθρα.
Είπαν
πως κάποιος είχε πατήσει το rec στο μαγνητόφωνο
για να καταγράψει την Iεροτελεστία της Άνοιξης.
Μάταια.
Ένας μονόλογος κι ένα νανούρισμα
μόνο ακουγόταν για άγρια παιδιά
κι ευαίσθητα θηρία.
Τραγούδι από πληγωμένες κεραίες
και βραχυκυκλωμένα φτερά
που σέρνονται σε περαστικές ρόδες τυχαίων αμαξιών.

(από τη συλλογή “Rec-vie-M ή η τέχνη της ρέμβης”, εκδ. Θράκα, 2013)

Γωγώ

Πατρινό

Απο την πόρτα σου περνώ
και τηγάνιζεις ψάρια
και μου πετάς έναν κεφτέ
ωχ το μάτι μου

Α.Π.

Image
Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: