Διαφορετικές τακτικές, διαφορετικές συνθήκες, ένας κοινός αγώνας: ο αντιφασιστικός

Το Σάββατο 9 Νοεμβρίου διοργανώθηκαν αντιφασιστικές δράσεις και συγκεντρώσεις σε Ευρωπαϊκές πόλεις, ως απάντηση στους εορτασμούς φασιστικών και ακροδεξιών ομάδων για τα 73 χρόνια από την «Νύχτα των Κρυστάλλων»- τη νύχτα του μαζικού πογκρόμ κατά των Εβραίων, από μέλη των Ναζί. Αντιφασιστικές δράσεις και πορείες έγιναν στο Ντούισμποργκ της Γερμανίας, στην Βαρσοβία, στη Μαδρίτη και τη Μόσχα, στο Τρέντο και στη Γένοβα της Ιταλίας. Επιπλέον, στη Στοκχόλμη και στο Λονδίνο, νεοναζιστικές οργανώσεις, σε συνεργασία με φασίστες της Χρυσής Αυγής, επιχείρησαν να διοργανώσουν συγκεντρώσεις συμπαράστασης στα φυλακισμένα μέλη της ΧΑ, στις ελληνικές πρεσβείες των δύο πόλεων.

Το μήνυμα των συγκεντρώσεων ήταν κοινό: κανένας εορτασμός ρατσιστικών δολοφονικών επιθέσεων. Ωστόσο σε κάθε Ευρωπαϊκή πόλη, οι ομάδες αξιοποίησαν με διάφορους τρόπους το κοινό αυτό πλαίσιο. Είτε διοργανώνοντας πορείες μνήμης σε θύματα ρατσιστικών επιθέσεων, όπως στην Ισπανία- όπου συμπληρώθηκαν έξι χρόνια από την δολοφονία του Κάρλος Παλομίνο στο μετρό της Μαδρίτης, από νεοναζί. Είτε διαμαρτυρόμενοι για το άνοιγμα κεντρικών γραφείων του νέο-φασιστικού κόμματος CasaPund, όπως στο Τρέντο της Ιταλίας. Είτε, τέλος, μπλοκάροντας αυθόρμητα, την καλεσμένη πορεία των φασιστών στους δρόμους της πόλης του Ντούισμποργκ της Γερμανίας. Μάλιστα, στην τελευταία, αναρτήθηκε πανό που έγραφε «3.10.2013 στη Λαμπεντούζα πνίγηκαν 35 άνθρωποι- η ευρωπαϊκή στεγανοποίηση έχει δολοφονήσει 19 χιλιάδες ανθρώπους τα τελευταία 25 χρόνια. Καταργήστε τα σύνορα και την Frontex», αναδεικνύοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τον μετασχηματισμό των ρατσιστικών πολιτικών και την αφομοίωση τους στο πλαίσιο της δολοφονικής Ευρωπαϊκής μεταναστευτικής πολιτικής.

Στην Στοκχόλμη, η προσπάθεια των φασιστών να πορευθούν στους δρόμους της πόλης, σκόνταψε στο ανοιχτό κάλεσμα για αντιφασιστική συγκέντρωση. Με συνθήματα και βεγγαλικά, οι 400 αντιφασίστες διατάραξαν την πορεία 80 περίπου νεοναζί προς την ελληνική πρεσβεία, η οποία συνεχίστηκε με την βοήθεια και την προστασίας της αστυνομίας. Να θυμίσουμε ότι η πρωτεύουσα της Σουηδίας, τον περασμένο Μάιο, φιλοξένησε στους δρόμους και στα προάστιά της μια εξέγερση που πυροδοτήθηκε από την δολοφονία ενός ηλικιωμένου άντρα από αστυνομικούς, στο προάστιο Χάσμπι. Το τοπικό αντιφασιστικό κίνημα έχει εκφράσει προβληματισμούς για την ραγδαία ανάπτυξη νεοναζιστικών μορφωμάτων, γεγονός που αναδεικνύει την επιτακτικότητα αντιφασιστικών δράσεων.

Στην άλλη μεριά της Βόρειας θάλασσας, στο Λονδίνο της Αγγλίας, η αντιφασιστική δράση που διοργανώθηκε, παρ’ όλο που δεν μοιράζεται τα χαρακτηριστικά της «δημόσιας δράσης» όπως οι προαναφερθείσες, θέτει σημαντικά ζητήματα σχετικά με το πώς μπορεί να διαμορφωθεί ο αντιφασιστικός αγώνας σε μια κοινωνία απόλυτης ιδιώτευσης και ιδιωτικότητας.

Δεδομένης της τοποθεσίας της πρεσβείας- σε μια έντονα αστυνομευμένη περιοχή- το σκεπτικό «καλεσμένης αντισυγκέντρωσης» απορρίφθηκε. Επιπλέον, κρίθηκε πως μια τέτοια αντιφασιστική συγκέντρωση θα κατέληγε για ακόμη μια φορά, ασφυκτικά περιφρουρημένη από την αστυνομία, χωρίς καμία δυνατότητα παρέκκλισης. Συνεπώς, το σχέδιο ήταν ο αιφνιδιασμός των φασιστών πριν από την συγκέντρωσή τους, στην παμπ όπου ήταν συγκεντρωμένοι. Μια ομάδα αντιφασιστών τραμπούκισε λεκτικά τους παρευρισκόμενους φασίστες της παμπ, κάνοντάς τους σαφές ότι καμία φασιστική δράση δεν θα αντιμετωπίζεται αναίμακτα και υπενθυμίζοντάς τους πως είναι ανεπιθύμητοι. Τους αφαίρεσαν σημαίες, καπέλα και πανό και εκδίωξαν κάποια από τα νεότερα μέλη τους από την περιοχή. Η φάση έληξε όταν ο ιδιοκτήτης της παμπ κάλεσε την αστυνομία, να προστατέψει το μαγαζί και τους θαμώνες του.

Στα παραδείγματα της Σουηδίας και της Γερμανίας το αντιφασιστικό μήνυμα είναι σαφές. Κάθε προσπάθεια νεοναζιστών για δημόσια παρέμβαση, κάθε ένδειξη συμπαράστασης σε φυλακισμένους φασίστες, θα διαταράσσεται- είτε αυθόρμητα είτε οργανωμένα. Ακόμα περισσότερο, θα εξαναγκάζεται σε προστασία από την αστυνομία, ξεσκεπάζοντας κάθε υπόνοια ουδετερότητας των μηχανισμών ασφάλειας και επιτήρησης. Το επίδικο σε τέτοιου είδους τακτικές είναι η παρεμπόδιση της έκφρασης των ρατσιστικών και φασιστικών ιδεολογιών στον δημόσιο χώρο. Και αντίστροφα, ο αστικός ιστός, οι δρόμοι, τα πάρκα μιας πόλης γίνονται πραγματικά δημόσια τη στιγμή που διεξάγονται τέτοιου τύπου συγκρούσεις. Τη στιγμή δηλαδή, που ετερόκλητα κοινωνικά υποκείμενα, συνυπάρχουν και συμπορεύονται ενάντια σε φασιστικές αντιλήψεις. Σχηματικά, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η ιστορία εξελίσσεται κάπως έτσι: οι φασίστες κάνουν ένα δημόσιο κάλεσμα. Οι αντιφασίστες ανταπαντούν προσπαθώντας να εμποδίσουν την παρουσία τους στον ιστό της πόλης. Οι κρατικοί κατασταλτικοί μηχανισμοί παρεμβαίνουν ώστε να θέσουν υπό τον έλεγχο και την κυριαρχία τους τον δημόσιο χώρο.

Από την άλλη μεριά, στην χώρα με τις περισσότερες κάμερες ανά κάτοικο, στο κράτος της απόλυτης αστυνόμευσης και μηδενικής ανοχής είναι ίσως ενδεικτικό το πως οι αντιστάσεις αναπροσαρμόζονται για να επιβιώσουν. Στο παράδειγμα της Αγγλίας, οι αντιφασιστικές ομάδες επιχείρησαν να ξεφύγουν από μια τέτοια προβλεπόμενη έκβαση, αντιπροτείνοντας μια διαφορετική τακτική.

Η αντιφασιστική δράση του περασμένου Σαββάτου μιμήθηκε σε επίπεδο τακτικής τους ντόπιους κατασταλτικούς μηχανισμούς: ήταν προληπτική. Εξ’ ού και ο στόχος δεν ήταν να διοργανωθεί μια ανοιχτή, κοινωνική δράση, αλλά μια προειδοποιητική κίνηση εκφοβισμού: στον ιδιωτικό χώρο μια παμπ, μερικές δεκάδες αντιφασίστες αφαιρούν σημαίες, μπάνερ και καπέλα με φασιστικά σύμβολα. Δηλαδή, ότι μπορεί να καταστήσει τους φασίστες «ορατούς». Η δράση ήταν προληπτική, γιατί δεν σκόπευε στο να εμποδίσει ή να διαταράξει μια δημόσια συγκέντρωση, αλλά να «προλάβει» την διεξαγωγή της- ή να την καταστήσει «αόρατη». Και κατ’ αυτόν τον τρόπο κρίθηκε επιτυχής, από τους διοργανωτές της.

Ωστόσο, όταν οι αντιστάσεις εξαναγκάζονται σε μια τέτοια ιδιωτικότητα, κρίσιμα ερωτήματα τακτικής εγείρονται. Πρώτον, μήπως η έλλειψη παρέμβασης και αντίστασης στον δημόσιο χώρο ανοίγει τον δρόμο όχι μόνο για τον φασισμό αλλά και για την ανεξέλεγκτη εμπορευματοποίηση και ιδιωτικοποίησή του, και αντίστροφα; Δεύτερον, πως αντιλαμβανόμαστε την έννοια του δημόσιου χώρου, όταν οι δρόμοι των πόλεων χρησιμοποιούνται μόνο εργαλειακά- δηλαδή για την διακίνηση εμπορεύματος, μεταφορά εργαζόμενων και πλήρως ελεγχόμενη κατανάλωση; Τρίτον, μήπως οι «ιδιωτικές αντιστάσεις» πέρα από προληπτικά (όπως εξηγήθηκε παραπάνω) λειτουργούν και δια του αποκλεισμού- δεν εμπλέκουν δηλαδή και άλλα κοινωνικά υποκείμενα που βρίσκονται παρόντα στον χώρο διεξαγωγής δημόσιων συγκεντρώσεων (όπως περαστικούς, οδηγούς διερχόμενων οχημάτων, καταστηματάρχες, κατοίκους γειτονιών);

Τέλος, το μεγαλύτερο ερώτημα που τίθεται, έχει έναν χαρακτήρα αυτονόητου: πως μπορούμε να στήσουμε αναχώματα στον φασισμό εάν όχι με το να επαναοικειοποιηθούμε δρόμους, πεζοδρόμια, πλατείες και πάρκα;

Μ.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

w

Connecting to %s

%d bloggers like this: