Για το φαινόμενο των «σκατοδουλειών» (του David Graeber)

get_back_to_workΣημείωση:
Αν και το κείμενο που ακολουθεί αφορά το εργασιακό καθεστώς σε ΗΠΑ και Μεγ. Βρετανία, με αφορμή αυτά τα δύο παραδείγματα, θίγονται δύο πολύ ουσιαστικά ζητήματα, σχετικά με τον θεσμό της εργασίας. «Το φαινόμενο των σκατοδουλειών» συμπυκνώνει το επίδικο της καπιταλιστικής ιδεολογίας: η ζωή οργανώνεται και ρυθμίζεται όχι γύρω από την εργασία απλώς ως μισθωτή σχέση, αλλά κυρίως γύρω από την ηθική της. Με άλλα λόγια, ο θεσμός της εργασίας στον ύστερο καπιταλισμό δεν εξαντλείται στην παραγωγή εμπορευμάτων, υπηρεσιών, θεάματος, γνώσης κλπ. Αλλά η εργασία γίνεται αυταξία. Αυτό είναι εμφανές- κατά τον συγγραφέα- στην αντίφαση του καπιταλισμού των αναπτυγμένων χωρών, όπου αντί οι ώρες εργασίας να μειώνονται και το επίπεδο ζωής να καλυτερεύει, αυτό που συμβαίνει είναι ακριβώς το αντίθετο. Ακόμα κι αν ουσιαστικά ορισμένα πόστα απαιτούν το πολύ 15 ώρες εργασίας, οι «σκατοδουλειές» ξεχειλώνονται σε 40 και 50 ώρες εργασίας την εβδομάδα, μόνο και μόνο για να εξασφαλίζουν την εκμετάλλευση των εργαζομένων.

Ακολουθώντας το φαινόμενο του ντόμινο, εργαζόμενοι σε τέτοια πόστα, συγκροτούν μια κοινωνική τάξη manager, πωλητών, διοικητικών στελεχών- κατ’ εικόνα (αλλά όχι καθ’ ομοίωση) της μπουρζουαζίας- που εν δυνάμει μπορούν να επιδοθούν στον «κοινωνικό κανιβαλισμό», όπως αυτός προάγεται από το χρηματοοικονομικό σύστημα και εκφράζεται πολιτικά από την ακροδεξιά. Δηλαδή, «το φαινόμενο των σκατοδουλειών» πετυχαίνει μ’ ένα σμπάρο, δυο τρυγόνια. Η ψευδαίσθηση που δίνεται στους εργαζόμενους σε σκατοδουλειές, ότι συνιστούν τα «οικονομικά άβαταρ» της κυριαρχίας, ουσιαστικά ευνοεί την διάρρηξη της κοινωνικής αλληλεγγύης και του ταξικού αποπροσανατολισμού.
Τα δύο αυτά ζητήματα ουσιαστικά αναδεικνύουν την επιτακτική ανάγκη ξεπεράσματος της εργασιακής σχέσης. Όταν η εργασία εμφανίζεται ως αυταξία και όταν οι «σκατοδουλειές» παίρνουν σαφώς ιδεολογικά συντηρητικό περιεχόμενο, οι χειραφετητικοί κοινωνικοί αγώνες δεν μπορούν παρά να θέτουν στο επίκεντρο την κοινωνική αλληλεγγύη και την συλλογική αμφισβήτηση του θεσμού της εργασίας, μέχρι την τελική κατάργησή της.

μετάφραση – επιμέλεια: Μαρίτα Β.
κείμενο: David Graeber (καθηγητής Ανθρωπολογίας στο Πανεπιστήμιο LSE του Λονδίνου)

Το 1930, ο John Maynard Keynes είχε προβλέψει ότι μέχρι το τέλος του αιώνα, η τεχνολογία θα έχει αναπτυχθεί επαρκώς, ώστε σε χώρες όπως η Μεγάλη Βρετανία ή οι Ηνωμένες Πολιτείες, θα απαιτούνται μόλις 15ώρες δουλειάς την εβδομάδα. Και έχουμε κάθε λόγο να πιστεύουμε ότι είχε δίκιο: με όρους τεχνολογίας, προφανώς κάτι τέτοιο είναι εφικτό. Παρ’ όλα αυτά, δεν συνέβη. Αντίθετα, η τεχνολογία είναι διευθετημένη με τέτοιο τρόπο, ώστε να επινοούνται τρόποι που απαιτούν απ’ όλους εμάς να δουλεύουμε περισσότερο. Για να επιτευχθεί κάτι τέτοιο, δημιουργήθηκαν θέσεις εργασί-ας ‘αποτελεσματικά άσκοπες’. Χιλιάδες εκατομμύρια ανθρώπων, στην Ευρώπη και στην Βόρειο Αμερική, ξοδεύουν ολόκληρη την ζωή τους, εκπονώντας καθήκοντα που στην πραγματικότητα πιστεύουν πως είναι άχρηστα. Η ηθική και πνευματική καταστροφή από αυτήν την κατάσταση, είναι κατάφωρη: ένα τραύμα στο συλλογικό μας ασυνείδητο, για το οποίο ποτέ δεν γίνεται λόγος.
Γιατί όμως η ήδη-από-τα-60’s πολυαναμενόμενη ουτοπία του Keynes δεν πραγματώθηκε; Η κλασσική απάντηση είναι ότι δεν υπολογίστηκε η μαζική αύξηση του καταναλωτισμού. Στο δίλημμα: λιγότερες ώρες δουλειάς ή περισσότερα παιχνίδια και απολαύσεις, εμείς διαλέξαμε συλλογικά το δεύτερο. Το όμορφο και ηθικό αυτό παραμυθάκι, δεν χρειάζεται παρά ενός λεπτού παρατήρηση για να καταρριφθεί. Ναι, όντως, από τα 20’s, έχουμε γίνει μάρτυρες μια ανεξάντλητης δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας και βιομηχανιών, αλλά η αλήθεια είναι ότι η παραγωγή και διανομή προϊόντων- όπως το σούσι, τα iPhone ή τα φανταχτερά αθλητικά παπούτσια- αφορά μόνο μια πολύ μικρή μερίδα του παγκόσμιου πληθυσμού.

Συνεπώς, ποιον εξυπηρετούν αυτές οι «νέες δουλειές» ακριβώς; Μια πρόσφατη συγκριτική έκθεση της απασχόλησης στις ΗΠΑ μεταξύ του 1910 και του 2000, μας παρέχει μια πολύ σαφή εικόνα (και σημειώνω, ότι κάτι παρόμοιο εμφανίζεται και στην Αγγλία). Κατά την διάρκεια του τελευταίου αιώνα, ο αριθμός των εργαζομένων που απασχολούνταν σε οικιακές εργασίες, σε βιομηχανίες, και στον αγροτικό τομέα, υπέστη δραματική ύφεση. Την ίδια στιγμή, ‘διοικητικές, υπαλληλικές θέσεις, τμήματα πωλήσεων και τομείς υπηρεσιών’ αυξήθηκαν από το ¼ στα ¾ της συνολικής απασχόλησης. Με άλλα λόγια, θέσεις εργασίας που αφορούσαν την παραγωγή, όπως σωστά είχε προβλεφθεί, σε μεγάλο βαθμό αυτοματοποιήθηκαν. (Ακόμα και αν υπολογίσουμε τον παγκόσμιο αριθμό των εργατών σε βιομηχανίες, συμπεριλαμβανομένων εκείνων σε Ινδία και Κίνα, το ποσοστό δεν είναι όσο ψηλό όσο παλιότερα).

Αλλά αντί να προωθηθεί μια μαζική μείωση των ωρών εργασίας, που θα απεγκλώβιζε τον παγκόσμιο πληθυσμό και θα του επέτρεπε να εκπονήσει τα δικά του όνειρα, τις απολαύσεις, τα οράματα και τις ιδέες του, αυτό που βλέπουμε δεν είναι καν το φούσκωμα του τομέα των ‘υπηρεσιών’. Αλλά η ανάπτυξη του διοικητικού τομέα: από τη δημιουργία νέων βιομηχανιών όπως ‘οικονομικές υπηρεσίες’, telemarketing, μέχρι την ανήκουστη επέκταση τομέων όπως ‘εταιρικό δίκαιο’, διοίκηση πανεπιστημίων ή υπηρεσιών υγείας, human resources και δημόσιες σχέσεις. Μάλιστα, οι αριθμοί αυτοί δεν περιλαμβάνουν καν όλους εκείνους που εργάζονται για την συντήρηση αυτών των βιομηχανιών (διοικητικό και τεχνικό προσωπικό, φύλαξη), ούτε περιλαμβάνει εκείνους που απασχολούνται σε δευτερεύουσες υπηρεσίες (πλύσιμο σκύλων, διανομές πίτσας κλπ) που υπάρχουν μόνο και μόνο γιατί οι άνθρωποι ξοδεύουν τον περισσότερο από τον χρόνο τους δουλεύοντας στις πρώτες μισές.

Αυτές είναι οι δουλειές που αποκαλώ «σκατοδουλειές».
Είναι σαν κάποιος εκεί έξω, να δημιουργεί άσκοπες θέσεις εργασίας μόνο και μόνο για να μας εξαναγκάζει να δουλεύουμε. Και σ’ αυτό το σημείο βρίσκεται το μυστήριο. Στον καπιταλισμό αυτό, είναι ότι ακριβώς δεν έπρεπε να συμβαίνει. Σύμφωνοι, στα αναποτελεσματικά σοσιαλιστικά κράτη, όπως η Σοβιετική ένωση, όπου η απασχόληση θεωρούνταν όχι μόνο δικαίωμα, αλλά και ιερό καθήκον, το σύστημα παρήγαγε όσες δουλειές έπρεπε. (Γι’ αυτό στα Σοβιετικά πολυκαταστήματα, χρειάζονταν τρεις υπάλληλοι να πουλήσουν ένα κομμάτι κρέας). Αλλά φυσικά, αυτό είναι το πρόβλημα που ο ανταγωνισμός της αγοράς υποτίθεται ότι διορθώνει. Σύμφωνα με την οικονομική θεωρία, το τελευταίο πράγμα που επιθυμεί μια εταιρεία που αποζητά κέρδος είναι να ξοδεύει λεφτά για εργαζόμενους που στην πραγματικότητα δεν έχει ανάγκη. Ωστόσο, με κάποιον περίεργο τρόπο, είναι αυτό ακριβώς που συμβαίνει.

Ενώ οι εταιρείες μπορεί να επιδίδονται σε αδίστακτες συρρικνώσεις, οι απολύσεις και η εντατικοποίηση- κατά κανόνα- επιβαρύνουν την τάξη εκείνη που κυριολεκτικά παράγει, διανέμει, επιδιορθώνει και συντηρεί αντικείμενα. Με κάποια παράξενη αλχημεία- που κανένας δεν μπορεί ακριβώς να εξηγήσει- ο αριθμός των έμμισθων γραφειοκρατών τελικά μοιάζει να εξαπλώνεται, και όλο και περισσότεροι υπάλληλοι βλέπουν τους εαυτούς τους- όχι διαφορετικά από τους Σοβιετικούς εργάτες- να δουλεύουν 40 ή ακόμα και 50 ώρες την εβδομάδα με γραφειοκρατικές διαδικασίες, αλλά η ουσιαστική τους εργασία δεν ξεπερνά τις 15 ώρες, όπως ο Keynes προέβλεψε, μιας και τον υπόλοιπο χρόνο τους τον ξοδεύουν στην οργάνωση ή παρακολούθηση σεμιναρίων, στο να ενημερώνουν τα προφίλ τους στο facebook ή στο να κατεβάζουν τηλεοπτικές σειρές.
Η απάντηση δεν είναι ξεκάθαρα οικονομική: είναι ηθική και πολιτική. Η κυβερνώσα τάξη έχει συνειδητοποιήσει ότι ένας ευτυχισμένος και παραγωγικός πληθυσμός με αρκετό ελεύθερο χρόνο στα χέρια του είναι κίνδυνος-θάνατος (σκεφτείτε μόνο τι συνέβη όταν αυτό, μόλις που ξεκίνησε να επιτυγχάνεται στα ‘60s). Από την άλλη μεριά, το αίσθημα ότι η δουλειά καθ’ αυτή είναι ηθική αξία, και το ιδεολόγημα «ότι οποιοσδήποτε δεν είναι διατεθειμένος να υποβάλλει τον εαυτό του σε κάποιου είδους εντατικής εργασιακής πειθαρχίας για τις περισσότερες ώρες που είναι ξύπνιος, δεν αξίζει τίποτα», είναι υπερβολικά βολικό γι’ αυτούς.

Μάλιστα, όταν στα Βρετανικά Ακαδημαϊκά Τμήματα, εξετάζονταν το ενδεχόμενο της φαινομενικά ατέρμονης αύξησης των διοικητικών καθηκόντων, μου ήρθε στο μυαλό ένα προμήνυμα της κόλασης. Κόλαση δεν είναι τίποτε άλλο από μια χούφτα ατόμων που περνούν τον περισσότερο από τον χρόνο τους δουλεύοντας για κάτι, το οποίο ούτε τους αρέσει, ούτε είναι και ιδιαίτερα καλοί. Ας πούμε, για παράδειγμα, ότι κάποιοι προσελήφθησαν γιατί ήταν εξαιρετικοί επιπλοποιοί, και στη συνέχεια ανακαλύπτουν ότι είναι αναγκασμένοι να περάσουν τον περισσότερο χρόνο τους τηγανίζοντας ψάρια. Αυτό δεν σημαίνει ότι το συγκεκριμένο έργο χρειάζεται πραγματικά να εκπονηθεί- ή τουλάχιστον, υπάρχει ένας μικρός αριθμός ψαριών που πρέπει να τηγανιστεί. Έτσι, με κάθε ευκαιρία, δυσανασχετούν με τους συναδέλφους τους που μπορεί να περνούν περισσότερο χρόνο φτιάχνοντας έπιπλα, και δεν ασχολούνται με το τηγάνισμα ψαριών. Μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, βρισκόμαστε με ατέλειωτες στίβες από άχρηστα και κακο-τηγανισμένα ψάρια, ως αυτό που ο καθένας πραγματικά παράγει.

Αυτό είναι νομίζω, μια σχεδόν ακριβής περιγραφή της ηθικής δυναμικής της οικονομίας.
Γνωρίζω πολύ καλά ότι ένα τέτοιο επιχείρημα αίρει άμεσες αντιρρήσεις: «και ποιος είσαι εσύ που ξέρεις τι στ’ αλήθεια είναι χρήσιμο;» «Και τι σημαίνει χρήσιμο, έτσι κι αλλιώς;» Εσύ είσαι απλά ένας καθηγητής ανθρωπολογίας- που ‘χρησιμεύει’ αυτό; (Πράγματι, για πολλούς αναγνώστες κουτσομπολίστικων εφημερίδων, η δουλειά μου ενσαρκώνει τον ορισμό της κοινωνικής σπατάλης). Και σε έναν βαθμό, προφανώς είναι αλήθεια. Δεν μπορεί να υπάρξει αντικειμενικό μέτρο της κοινωνικής αξίας.

Δεν τολμώ να πω σε κάποιον που είναι πεπεισμένος ότι η συνεισφορά του στον κόσμο είναι πολύτιμη, ότι στην πραγματικότητα δεν κάνει κάτι τέτοιο. Αλλά τι γίνεται με εκείνους τους ανθρώπους που είναι ήδη πεπεισμένοι ότι η δουλειά τους δεν έχει κανένα νόημα; Πρόσφατα, βρέθηκα με έναν φίλο απ’ το σχολείο που είχα να δω από τότε που ήμουν 12. Εντυπωσιάστηκα ανακαλύπτοντας ότι στο μεσοδιάστημα είχε γίνει διάσημος ποιητής, και τραγουδιστής σε μια indie rock μπάντα. Είχα ακούσει κάποια τραγούδια του στο ραδιόφωνο, μη έχοντας καμία ιδέα ότι ο τραγουδιστής ήταν κάποιος που όντως γνώριζα. Προφανώς, ήταν ιδιοφυής, δημιουργικός, καινοτόμος και η δουλειά του είχε αδιαμφισβήτητα ομορφύνει και βελτιώσει τις ζωές πολλών ανθρώπων ανά τον κόσμο. Ωστόσο, μετά από μερικούς αποτυχημένους δίσκους, έχασε το συμβόλαιό του, βυθίστηκε στα χρέη και λόγω της νεογέννητης κόρης του, κατέληξε «στην λύση-ανάγκης όλων των χα(ο)μένων τραγουδιστών της folk: στην νομική σχολή». Τώρα εργάζεται ως δικηγόρος σε μια διακεκριμένη εταιρεία της Νέας Υόρκης. Ήταν ο πρώτος να παραδεχτεί ότι η δουλειά του δεν έχει κανένα απολύτως νόημα, δεν συνεισφέρει σε τίποτα στον κόσμο, και σύμφωνα με την δική του εκτίμηση, η θέση του δεν θα έπρεπε καν να υπάρχει.
Πολλά ερωτηματικά αναδύονται σ’ αυτό το σημείο, με πρώτο και κύριο τι σημαίνει για μια κοινωνία ότι παράγει μια εξαιρετικά περιορισμένη ανάγκη για ταλαντούχους ποιητές-μουσικούς, αλλά μια φαινομενικά απεριόριστη ζήτηση για ειδικούς στο εταιρικό δίκαιο; (Απάντηση: αν το 1% του πληθυσμού ελέγχει το περισσότερο του διαθέσιμου πλούτου, ότι ακριβώς αποκαλούμε «αγορά», είναι εκείνο που καθορίζει τι είναι χρήσιμο και σημαντικό, και κανένας άλλος). Αλλά ακόμα περισσότερο, δείχνει ότι η πλειονότητα των ανθρώπων σε αυτές τις θέσεις εργασίας είναι πλήρως ενήμεροι για αυτό. Στην πραγματικότητα, δεν νομίζω ότι έχω γνωρίσει ποτέ κάποιον εταιρικό δικηγόρο που να πιστεύει ότι η δουλειά του δεν είναι άχρηστη. Το ίδιο συμβαίνει και για σχεδόν όλες τις βιομηχανίες που περιγράφηκαν παραπάνω. Υπάρχει μια ολόκληρη τάξη έμμισθων επαγγελματιών, που, αν τους πετύχεις σε πάρτι και παραδεχτείς ότι κάνεις κάτι που θα μπορούσε να θεωρηθεί ενδιαφέρον (ανθρωπολόγος για παράδειγμα) θα αποφύγουν να συζητήσουν για την δική τους δουλειά. Δώσ’ τους δε μερικά ποτήρια αλκοόλ και θα καταφύγουν σε αλόγιστα και ξέφρενα ξεσπάσματα για το πόσο άχρηστη και ηλίθια είναι στην πραγματικότητα η δουλειά τους.
Η ψυχολογική βία εδώ είναι κατάφορη. Πώς είναι δυνατόν κάποιος να μιλάει για ‘αξιοπρέπεια’ στην εργασία, όταν κρυφά αισθάνεται ότι η δουλειά του δεν θα έπρεπε να υπάρχει; Πώς είναι δυνατόν κάτι τέτοιο να μην προκαλεί οργή και μνησικακία; Ωστόσο, το πιο διεστραμμένα ιδιοφυές στοιχείο της κοινωνίας μας, ότι οι «από πάνω» έχουν βρει έναν τρόπο- όπως στο παράδειγμα με το τηγάνισμα ψαριών- να εξασφαλίζουν ότι η οργή αυτή προσανατολίζεται προς εκείνους που όντως κάνουν μια γεμάτη-νόημα δουλειά. Για παράδειγμα, στην κοινωνία μας, υπάρχει ο γενικός κανόνας ότι όσο περισσότερο η δουλειά κάποιου ωφελεί το κοινωνικό σύνολο, τόσο πιο πιθανό είναι να είναι κακοπληρωμένος. Και σ’ αυτήν την περίπτωση, ένα αντικειμενικό κριτήριο είναι δύσκολο να βρεθεί, αλλά ένας εύκολος τρόπος να αποκτήσουμε μια αίσθηση είναι να σκεφτούμε: τι θα συνέβαινε αν εξαφανιζόταν ξαφνικά ολόκληρη αυτή η τάξη ανθρώπων; Πείτε ότι θέλετε για τις νοσοκόμες, τους απορριματοσυλλέκτες, ή τους ηλεκτρολόγους, αλλά αν εξαφανίζονταν μονομιάς σ’ ένα σύννεφο καπνού, το αποτέλεσμα θα ήταν άμεσο και καταστροφικό. Ένας κόσμος χωρίς δασκάλους ή λιμενεργάτες, σύντομα θα βρισκόταν σε μεγάλο μπελά, και ακόμα περισσότερο ένας κόσμος χωρίς συγγραφείς επιστημονικής φαντασίας, ή μουσικούς θα ήταν σίγουρα ένα πολύ κατώτερο μέρος. Από την άλλη, σε κανέναν δεν είναι αρκετά σαφές με ποιόν τρόπο η ανθρωπότητα θα υπέφερε αν το ιδιωτικό κεφάλαιο, οι λομπίστες, οι ερευνητές δημοσίων σχέσεων, οι τηλε-πωλητές, οι δικαστικοί επιμελητές ή νομικοί σύμβουλοι αντίστοιχα εξαφανίζονταν. (Μάλιστα, πολλοί υποψιάζονται ακριβώς το αντίθετο: ότι ίσως και να υπήρχε βελτίωση). Παρ’ όλα αυτά, και άσχετα με μια χούφτα κραυγαλέων εξαιρέσεων (γιατροί), ο κανόνας καλά κρατεί.

Μια ακόμα πιο διαστροφική πεποίθηση είναι ότι τα πράγματα ‘έτσι πρέπει να είναι’. Αυτή είναι η πιο κρυφή δύναμη του ακρο-δεξιού λαϊκισμού. Όταν οι εφημερίδες ξερνούν μνησικακία για την παράλυση του Λονδίνου, κατά τη διάρκεια της επαναδιαπραγμάτευσης των συμβάσεων των εργαζομένων των μετρό, ένα είναι προφανές: ότι οι εργάτες στα μέσα μεταφοράς μπορούν να κάνουν το Λονδίνο να παραλύσει, γιατί η δουλειά τους είναι πραγματικά απαραίτητη. Και αυτό ακριβώς ενοχλεί τους υπόλοιπους. Ένα ακόμα πιο ενδεικτικό παράδειγμα, έρχεται από τις ΗΠΑ, όπου οι ρεπουμπλικάνοι έχουν αξιοσημείωτη επιτυχία στην καλλιέργεια κοινωνικού μίσους απέναντι στους δασκάλους σχολείων, ή στους εργάτες αυτοκινητοβιομηχανιών, γιατί υποτίθεται ότι παίρνουν παχυλούς μισθούς και επιδόματα. (Ενώ όχι απέναντι στους διοικητές των σχολείων ή στις βιομηχανίες αυτοκινήτων που είναι εκείνοι ακριβώς που δημιουργούν το πρόβλημα). Είναι σαν να τους λένε: «μα σιγά, παιδιά διδάσκετε ή απλώς φτιάχνετε αμάξια. Έχετε μια αληθινή δουλειά, και απαιτείτε και από πάνω μεσοαστική ασφάλιση και σύνταξη;»
Αν κάποιος είχε σχεδιάσει ένα εργασιακό καθεστώς που θα έπρεπε να συντηρεί άψογα την κυριαρχία του οικονομικού κεφαλαίου είναι δύσκολο να βρεθεί κάποιο καλύτερο, εναλλακτικό μοντέλο. Οι πραγματικά παραγωγικοί εργάτες υφίστανται ανεξάντλητη πίεση και εκμετάλλευση. Οι υπόλοιποι είναι μοιρασμένοι: στο τρομοκρατημένο και παγκοσμίως διασυρμένο στρώμα των ανέργων απ’ τη μια, και σ’ ένα μεγαλύτερο, κακοπληρωμένο στρώμα απ’ την άλλη. Αυτό το στρώμα, δεν είναι άλλο από τους εργαζόμενους που καταλαμβάνουν θέσεις σχεδιασμένες να δίνουν την αίσθηση της ταύτισης με τις προοπτικές και τις ευαισθησίες της άρχουσας τάξης (managers, διοικητικά στελέχη κλπ)- και τα οικονομικά άβαταρ αυτής- αλλά που την ίδια στιγμή, εγκολπώνει μια σιγοβράζουσα δυσαρέσκεια απέναντι στον οποιονδήποτε η δουλειά του έχει μια σαφή και αδιαμφισβήτητη κοινωνική αξία.

Είναι ξεκάθαρο ότι το σύστημα δεν σχεδιάστηκε ποτέ συνειδητά. Αναδύθηκε ως τέτοιο, μέσα από έναν αιώνα δοκιμών και λαθών. Αλλά αυτή μοιάζει να είναι η μόνη εξήγηση γιατί, παρά τις τεχνολογικές δυνατότητες, δεν εργαζόμαστε όλοι 3-4 ώρες την ημέρα.

1 comment

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: