Και πήραμε φωτιά…

421C0002-Sun_Treeξυπνήστε! ξημέρωσε…

καυτή χρονιά

Έψαχνα σπίρτα, αλλά ήταν στα χέρια μου. Ένα ένα έσβηναν κι ύστερ’ από χρόνια μόνο, κατάφερα να καταλάβω τη ζέστη που μού ‘διναν. Τα μαγαζιά είχαν κλείσει. Ακόμα και το σουβλατζίδικο. Ο περιπτεράς ευτυχώς μού χαμογέλασε. Όχι… δεν ήταν απ’ τις τύψεις που θα μού πουλούσε τον καπνό στη νέα πανάκριβη τιμή. Το ξέραμε κι οι δύο πως κάποτε τα τσιγάρα ήταν φτηνά… Αλλά μόνο αυτά! Τα άλλα -κάτι συναισθήματα- δεν ήταν φτηνά. Μονάκριβα ήταν. Επέτρεψα λοιπόν στη μνήνη μου να με πάει στον άδειο δρόμο της ακριβής αγοράς. Πόση μοναξιά ένοιωσα θυμάμαι. Ένα 23χρονο κορίτσι που τό ‘σκασε απ’ το σπίτι του χρονιάρες μέρες για να μην τού μείνει απωθημένο. Το κοριτσάκι με τα σπίρτα σ’ ένα εγγλέζικο κλουβί πολυτελείας. Τί όμορφη που έμοιαζε η πόλη του Λονδίνου. Μικρές φωτίτσες. Χιλιάδες σπίρτα αναμμένα… σβησμένα… αναμμένα.

“Σιγά, θα κλάψω” χλεύασε μέσα μου μια φωνή. Της έβγαλα την γλώσσα κι εγώ κι έβγαλα τα ρούχα μου μπροστά της. Και πήραμε φωτιά.

Χέρι δεν τόλμησε ν’ απλώσει πάνω μου. Κοκκίνησε απ’ την ντροπή της και τις τύψεις της. Της διηγήθηκα τα λάθη μου. Τις ώρες που ξεσπούσα την οργή μου σ’ ένα χάδι. Βαρύ έμοιαζε, γι’ αυτό το γκρέμιζα. Ακόμη πιο βαρύ από τις πέτρες που δεν πέταξα στον άδικο σκοπό… Της είπα για τα βράδια που κοίταζα το γεμάτο φεγγάρι με άδεια χέρια. Τα έβαζα στις τσέπες. Αλλά ήταν άδειες κι αυτές. Έβρισκα όμως λίγο καπνό και έστριβα ένα τσιγάρο. Κι “έστριβα” κι απ’ τα προβλήματα κι εγώ.

Η πορεία τελείωσε στην ώρα της και στον προορισμό της. Σε μια πλατεία-market. Ποιά μπλούζα να πρωτοδιαλέξεις; Σε τί χρώμα, τί μέγεθος και τί να “διαφημίζει” η στάμπα; “Bring troops back” ή “stop war”; Δεν πήρα καμμία τελικά. Έστησα αυτί δίπλα στο άτι του φρουρού. Μού χλιμίντρισε (ήθελα να φανταστώ). Την τρίτη πλέον χρονιά, η πλατεία δεν είχε τόσο κόσμο. Μετά φάγαμε φαλάφελ και αδημονούσαμε να φτάσουμε σπίτι, να βγάλουμε τα βρεγμένα ρούχα. Έτσι χαμήλωσε η φωτιά που είχε ανάψει νωρίτερα. Όσο για τον άλλον τον άγιο (τον βαλεντίνο), εκείνη τη μέρα οργιάσαμε! Την βγάλαμε στην βιτρίνα ενός μαγαζιού με ρούχα. Μπήκαμε, στηθήκαμε σαν κούκλες, μάς κέρασαν σαμπάνια. Εγώ, η “αδερφή” μου κι ο φίλος μας ο αναρχο-μεταλλάς. Ποτέ δεν κατάλαβαν στο μαγαζί το δούλεμα που τούς κάναμε. Τουλάχιστον ήπιαμε τσάμπα. Μετά πήραμε ένα μπουκάλι κρασί και το “αδειάσαμε” στο ποτάμι. Ξεχαστήκαμε και τα χρόνια πέρασαν.

Ποτέ δεν μού ‘λειψαν εκείνα τα χρόνια όμως. Δεν ξέρω γιατί. Ίσως γιατί τελικά κράτησα μέσα μου κάποιες στιγμές ουσίας. Σαν τη στιγμή που η “αδερφή” μου με έκανε ρόμπα στον ίδιο μου τον εαυτό. Κι έγινα πάλι ρόμπα από μόνη μου, τότε, στο πορτογαλικό φαστφουντάδικο, όταν ο αναρχο-μεταλλάς φίλος μας δεν έκοψε την καζούρα και σηκώθηκα και τον παράτησα εκεί. (Μα μού είχε σπάσει τα νεύρα όμως!) Αυτός μού έμαθε από τότε την έμπρακτη έννοια του αλληλέγγυου DIY (do it yourself). Αυτή -η “αδερφή” μου- μού επιβεβαίωσε τον έρωτά μου για το BWM (being with myself). Τίποτε δεν έσβησε από τότε. Ίσως χαμήλωσε για λίγο, αλλά τα ξαναβρήκαμε και οι τρεις μας ένα βράδυ στο Mοναστηράκι. Τότε που είχαν μετατρέψει σε τσίρκο πολυτελείας την πλατεία και μόλις είχαμε “αδειάσει” ένα ελεεινό κατρούτσο ρετσίνας. Πάλι εγώ έγινα ρόμπα φυσικά (θεώρησαν οι δυο τους). Εγώ πάντως μια χαρά συνεννοήθηκα με τον Αλέξανδρο που κάθε βράδυ κοιμόταν σε διαφορετικό παγκάκι.

Και πήραμε φωτιά.
Χέρι δεν θα απλώσω πάνω σου, μού είπε.
Ένας άλλος.

36PK0014Τον πίστεψα. Ακόμη συνεχίζω να πιστεύω. Όχι απαραίτητα στα λόγια. Αλλά σ’ αυτά που θεωρώ πως με κρατάνε ζωντανή. Αυτά που ζωγραφίζουν την ρότα μου για να βουτήξω στη θάλασσα το ξημέρωμα. Αυτά που λειτουργούν σαν χέρι αόρατο ανά 2-3 μέρες και με σηκώνουν απ’ το σβέρκο, ώστε στα πόδια μου να στέκομαι αυτόνομα. Αυτά που με πεισμώνουν και μού επιβεβαιώνουν την τρέλλα του φρικιού που κρύβω μέσα μου. Τις μαργαρίτες που χάριζα, εις μνήμην του Αλέξη και τα ξηρά μάτια που δεν τις δέχτηκαν. Τις εκλογές του Ιούνη που μάς πέρασε, όπως έτσι “χωρίς ν’ απλώσει χέρι πάνω τους”, πέρασε κι η σκέψη από κάποιους μήπως και φέρουμε τα πάνω κάτω. Τη μέρα που ο πατέρας μου με έμαθε ποδήλατο …και μια άλλη που βρήκε το γράμμα με το οποίο τούς ενημέρωνα ότι εξαφανίζομαι. Τη μέρα που είχε πάλι απεργία και η ηλικιωμένη δεν μπόρεσε να βρει τα χάπια της. Κι έτρεχε από περίπτερο σε περίπτερο σα πρεζάκι. Αλλά, αγώνας είναι αυτός. Πάντα υπάρχουν θύματα σε έναν αγώνα… (χμ..) Δεν θυμάμαι να “αδειάσαμε” κάποιο ποτό εκείνη τη μέρα. Βάλαμε όμως φωτιά. Στον δρόμο. Στην παραλία. Στην καρδιά μας. Στη ματιά μας. Κατακόκκινη φωτιά. Έτσι είναι τα πρωΐνά. Εκτυφλωτικά. Τότε που συνειδητοποιείς πώς είναι τα πράγματα στ’ αλήθεια. Κι αυτή η αλήθεια σε καίει. Και σού αρέσει που σε καίει. Σαν την ελπίδα. Σαν το σπίρτο που δεν έκαψε ποτέ τα δάχτυλά σου. Γιατί έτρεχαν ανάμεσα στα πλήκτρα και έπαιζαν με την φωτιά. Μέσα σε ήχους, σε κραυγές, σε σκέψεις καψαλισμένες, σε ελπίδες, σε ευχές, σε αναμνήσεις, σε οράματα.

Και τη στιγμή εκείνη, κατάφερα να κάνω η ίδια ρόμπα την “φωνή” μου. Αυτή που πριν με χλεύασε.
Και σκέπασε την γύμνια μου.
Και πήραμε φωτιά…

άννα ~
ξημέρωμα 2013

για όσα καίμε, τελικά [;]
για όσα καίνε ακόμα [!]

Mobile Images: I. S.-M. [2003]
Brockley-London, Torquay-Cornwall

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: