Η Αχάϊα Clauss της Ευγενίας: Μια οικογένεια – Μια ιστορία (ο freequency φιλοξενεί μια μαρτυρία)

ACHAIA CLAUSS [πύργος - επωνυμία]Εξω απο την πόλη των Πατρών, στον οικισμό Μαυρομανδήλα του χωριού Πετρωτό, και στην τοποθεσία “Λουκιά”, ανάμεσα σε πλατάνια, πηγές και πικροδάφνες, ενας νέος άντρας στα 1950 περίπου και σε ηλικία 37 ετών, ονειρεύτηκε να χτίσει το δικό του σπίτι, να βρεί μια κοπέλα να παντρευτεί και να κάνει οικογένεια. Γεννήθηκε και μεγάλωσε εκει ακριβώς.

Η ιστορία του θλιβερή. Η μητέρα του Ευγενία, πέθανε όταν ο Νίκος (ή Νικολάκης) ήταν ακόμα μωρό. Εφυγε απο κακουχίες άρρωστη και κακοποιημένη, χωρίς να αφήσει πίσω της ούτε μια φωτογραφία. Ο πατέρας του και ο μεγάλος του αδερφός, με ύποπτη δράση στην μαύρη εποχή της κατοχής, ήταν ο φόβος και ο τρόμος της περιοχής. Ο Νίκος, αν και μεγάλωνε σε ένα τέτοιο περιβάλλον και σε μια σκληρή εποχή, γινόταν ενα διαφορετικό παιδί που αγαπούσε τα γράμματα και την δημοκρατία. Οταν θέλησε όμως να πάει στο σχολαρχείο, (ανώτερη σχολή της εποχής), ξέσπασε ο εμφύλιος πόλεμος και αναγκάστηκε να υπηρετήσει τη θητεία του μέσα σε αυτή την ζοφερή για τη χώρα εποχή. Οι διακρίσεις και παρασημοφορήσεις που πέτυχε, δεν τον έκαναν ποτέ υπερήφανο που, υπηρετώντας στον Εθνικό στρατό, αναγκάστηκε να πολεμήσει τα αδέρφια του. Όταν επέστρεψε λοιπόν απο το στρατό, και μετά απο διάφορες περιπέτειες, αποφάσισε να νοικοκυρευτεί. Κουβαλούσε τις πέτρες με τον γάϊδαρο, απο τον Γλαύκο (ή Λεύκα), το πατάμι που χώριζε και χωρίζει την πόλη της Πάτρας στα δυο, και έχτιζε σιγά σιγά το σπίτι του. Μια μέρα, έτυχε να περνάει απο εκεί μια κοπέλα με μια φίλη της. Την λέγαν Δήμητρα και τη φίλη της Ιωάννα, που κατά τύχη ήταν ανηψιά του Νίκου. Η καταγωγή της Δήμητρας ήταν απο την Κερπινή Γορτυνίας. Ήταν Αρκαδιανή και ο λόγος που βρέθηκε στο Πετρωτό, ήταν ο ιερέας αδερφός της, που λειτουργούσε στην εκκλησία του χωριού. (Τότε στους ιερείς, δίνονταν και σπίτια για να μένουν κοντά στην εκκλησία.) Η Δήμητρα, όταν είδε το πέτρινο σπίτι να χτίζεται μέσα στα πλατάνια, ρώτησε την Ιωάννα σε ποιόν ανήκει. Εκείνη της είπε πως είναι του θείου της και πως το χτίζει για να κατηκήσει. Ο Νίκος άκουσε τις κοπέλες και βγήκε να τις χαιρετήσει. ”Δεν σου αρέσει δεσποινίς το σπίτι;”, ρώτησε την Δήμητρα. Εκείνη με στόμφο του απάντησε: “Ποιά μουρλή θα βρείς να έρθει να μείνει σε αυτή την ερημιά;”. Εναν χρόνο μετά, η “μουρλή” ήταν η ίδια η Δήμητρα που ερωτεύτηκε τον όμορφο Νίκο. Όταν της τον πήγαν προξενειό, στεναχωρήθηκε που θα έμενε στην ερημιά, μα δεν είπε όχι. Και έτσι, το μικρό πέτρινο σπίτι πήρε ζωή. Αμέσως ήρθε στον κόσμο το πρώτο τους παιδί. Το 1958 γεννήθηκε η Ευγενία. Δεκαοχτώ μήνες μετά, ο Ιωάννης. Η ζωή φτωχική και μέσα στο μόχθο, αλλά ήρεμη και ευτυχισμένη. Τρία χρόνια μετά, ήρθε ο Γιωργάκης και η φαμίλια μεγάλωνε. Μεγάλωναν τα παιδάκια, ακούγοντας τον πατέρα να κάνει όνειρα για τον μικρό του κόσμο που ήταν τα πλατάνια, οι πηγές και οι πικροδάφνες. “Θα φτιάξουμε ενα καφενείο”, τους έλεγε, “θα έρχεται κόσμος και θα είναι πολύ ωραία”. Και η Ευγενία, η μεγαλύτερη, τις νύχτες έφτιαχνε το σπιτάκι τους όμορφο και προσπαθούσε να φανταστεί πώς θα ήταν ενα καφενείο… Ωστόσο οι γονείς, καλλιεργούσαν τη γη τους και στον λόφο πίσω απο το σπίτι, ο πατέρας φύτεψε 400 ρίζες αμυγδαλιές, που τις πότιζε με τον τενεκέ, κουβαλώντας το νερό απο την πηγή. Καλλιεργούσαν σιτάρι και κηπευτικά, που τα πουλούσαν στον έμπορα της περιοχής για να ζήσουν.

Tο σπίτι τότε [edit]Πάνω απο τα κεφάλια τους, ο ίσκιος της οινοποιΐας Αχάϊα Κλάους. Και το άρωμα στην ατμόσφαιρα, απο τους μούστους που τρέχαν σαν ποταμάκια απο τον λόφο. Ώσπου ολα άλλαξαν. Κάποιος είχε την ιδέα να ανοίξει στο βουνό που ήταν πίσω απο το σπίτι, λατομείο (νταμάρι). Ξεκίνησε λοιπόν να τοποθετεί δυναμίτιδα και να ανατινάζει το βουνό, για να βγάλει αμμοχάλικο και άλλα δομικά υλικά, χωρίς να νοιάζεται την οικογένεια που ζούσε στη ρίζα του βουνού. Ήταν ολο μια σκευωρία, που απεδείχθει μετά απο χρόνια. Ο γερμανός Γουσταύος Κλάους, το 1861 ιδρύει την Αχάϊα Κλάους, την βιομηχανία παραγωγής και εμφιάλωσης κρασιού. Μετά τον θάνατό του (1908) περιέρχεται σε άλλα χέρια, ανθρώπους που βάζουν στο μάτι όλον εκείνον το λόφο, για να φυτέψει περισσότερα αμπέλια, θέλοντας όμως να καταπατήσουν τη γη και το σπίτι. Ο Νικολάκης, τους χαλούσε τα σχέδια. Ισχυρίστηκαν λοιπόν, πως το λατομείο και οι δυναμίτες, κάνουν κακό στις δεξαμενές του εργοστασίου, που τις κουνούν και χαλούν το μούστο. Έτσι ξεκίνησε ενας γολγοθάς για την οικογένεια του Νίκου ο οποίος, ανίσχυρος οικονομικά, αντιστεκόταν όσο μπορούσε. Τον σέρναν στα δικαστήρια, με ψευδομάρτηρες που κατασκεύαζαν οι “άνθρωποι” του λατομείου, (η Αχάϊα Κλάους δεν φαινόταν πουθενά) και προσπαθούσαν να τον ξεπνεώσουν για να τον αναγκάσουν να συμβιβαστεί και να δώσει το σπίτι και τη γη του, σχεδόν τζάμπα στους καταπατητές εγκληματίες. Τα μικρά παιδιά είχαν πολλές φορές κινδυνεύσει απο τις πέτρες που εκτόξευαν οι δυναμίτες, και τα κεραμύδια του σπιτιού είχαν άπειρες φορές σπάσει. Εκείνη την εποχή, τον Μάϊο του 1968, έρχεται στον κόσμο και το τέταρτο παιδί της οικογένειας, η Κατινίτσα η οποία, στους πρώτους κι όλας μήνες της ζωής της, ανακαλύπτουν πως πάσχει απο μια σπάνια ασθένεια των οστών και φεύγει για την Αθήνα στο νοσοκομείο Παίδων “Αγία Σοφία”, όπου θα μείνει ως τα τέσσερά της χρόνια. Ευτυχώς για αυτήν που έμεινε μακριά απο αυτά που ακολούθησαν… Ώσπου οι εγκληματίες, βρήκαν τον τρόπο να εξωντώσουν τον “εχθρό”. Δωροδώκησαν τον αδερφό του Νίκου, τον Παναγιώτη, (ο οποίος είχε εφτά παιδιά και ζούσε μέσα στη φτώχεια και με άσχημες -ανύπαρκτες- σχέσεις με τον αδερφό του) και τού ‘τάξαν σπίτια για τις κόρες του (τα οποία και του έδωσαν). Τον έπεισαν λοιπόν να εμφανιστεί στο δικαστήριο, αντί για τον Νίκο, και να ισχυριστεί οτι έχει εξουσιοδότηση απο τον αδερφό του να συμβιβαστεί και να δώσει το σπίτι του και τη γη του, αντί 50.000 δραχμών. Ενα σπίτι και τέσσερα στρέματα γη, με τετραTο σπίτι όπως είναι σήμερα [02]κόσια δέντρα αμυγδαλιές. Ο Νίκος όταν το έμαθε την επόμενη ημέρα, (το δικαστήριο έγινε την προηγούμενη το απόγευμα, ερήμην του, ενω αυτός εργαζόταν στη χαρτοβιομηχανία Λαδόπουλου), δεν μπορούσε να πιστέψει πως ο ίδιος του ο αδερφός του έσκαψε τον λάκκο. Σε τρείς ημέρες, ενα πρωϊνό, ένα τζιπ με τον αστυνομικό διοικητή, ένα ρέο (στρατιωτικό καμιόνι) γεμάτο στρατιώτες και ενα ρέο γεμάτο Ρομά, φτάσαν έξω απο το σπίτι. Όταν ο δικαστικός κλητήρας έδωσε στη μάνα Δήμητρα το ένταλμα της απόφασης της έξωσης, εκείνη τον έσπρωξε και τον πέταξε κάτω απο την σκάλα. Τότε τα ανδρείκελα, τα σιχαμερά σκουλήκια της χούντας, την έδεσαν με χειροπέδες και την κρατούσαν μπροστά απο το σπίτι της και τα τρομαγμένα μάτια των παιδιών της, να βλέπει εναν εφιάλτη χωρίς τέλος. Τα πράγματά της, το νοικοκυριό της, τα ταψιά με το ζυμωμένο ψωμί της, να πετιούνται στο δρόμο χωρίς έλεος. Η δεκάχρονη Ευγενία, η μεγαλύτερη απο τα παιδιά, με βουρκωμένα μάτια, ρώτησε ενα απο τα “σκυλιά” της χούντας, “γιατί μας παίρνετε το σπίτι μας”; Και εκείνος απάντησε “δεν φταίμε εμείς”… Με τα διακριτικά περιβραχιόνια στα μανίκια, ήταν η εξουσία αυτή που διοικούσε το λαό και πετούσε μια μάνα με τέσσερα παιδιά στο δρόμο.

Όταν ολο αυτό το “καλαμπούρι” τελείωσε και τα θηρία αποχώρησαν, έμεινε η μάνα να προσπαθεί να βρει τη δύναμη να μαζέψει ό,τι μπορούσε. Τρία κυπαρίσσια απέναντι απο το σπίτι στην άκρη του δρόμου, “φιλοξένησαν” τα υπάρχοντά τους και τους ίδιους τους γονείς για τρεις φθινοπωρινούς μήνες, ενώ τα παιδιά ευτυχώς, τα πήρε ενας συγγενής στο σπίτι του και γλίτωσαν το κρύο και την πείνα. Ο πατέρας εξαφανισμένος στην Αθήνα, να προσπαθεί να αποτρέψει το κακό. Δεν το χωρούσε το μυαλό του αυτό που ήδη συνέβαινε στο σπίτι του. Το μοναδικό τηλέφωνο του χωριού, βγήκε απο την πρίζα, για να μείνει η μάνα αποκλεισμένη “για το καλό της” και για τον φόβο των ψευδομαρτύρων που βοήθησαν στο έγκλημα. Σε τρείς ημέρες ο πατέρας επέστρεψε και η μικρή Ευγενία θυμάται, πως όταν είδε το βιός του στο δρόμο και την πόρτα τoυ σπιτιού του που έχτισε πέτρα πέτρα καρφωμένη, έβγαλε απο το λαρίγκι του εναν λυγμό μόνο. Χωρίς δάκρυα. Εναν βαθύ λυγμό, σαν πνιγμό.
Απο εκείνη την ημέρα, όλα κύλισαν γρήγορα. Κάποιο υπόγειο βρέθηκε, ένα σπίτι άρχισε να χτίζεται πρόχειρα. Ο εγκληματίας μετάνοιωσε και έφερε υλικά και ολα τα πήρε η ζωή στο διάβα της. Η οικογένεια πήγε στο άλλο σπίτι. Το σπίτι που η Ευγενία, το μεγαλύτερο παιδί, ποτέ δεν αγάπησε. Γιατί η Ευγενία, ποτέ δεν συγχώρεσε.

Περνούσαν όμως τα χρόνια, ο λόφος έγινε αμπέλια, το πέτρινο σπίτι ερήμωσε, οι πληγές κλείναν σιγά σιγά και η ζωή προχωρούσε κάτω απο τη σκια της Αχάϊα Κλάους και τις μυρωδιές του μούστου. Ανάμεσα στους πύργους της, τα παιδιά έκαναν φίλους. Στη μικρή εκκλησία του Άη Θωμά, το Πάσχα ανάβαν τις λαμπάδες και τσουγκρίζαν τα αυγά. Στο μπαρ, με τα έπιπλα φτιαγμένα απο βαρέλια, η Ευγενία στην εφηβεία της ήπιε την πρώτη της Μαυροδάφνη. Το μαύρο γλυκό πρωτότυπο κρασί, που ο Γουσταύος Κλάους δημιούργησε για τα μαύρα μάτια της Δάφνης. Της Πατρινής καλλονής που ερωτεύτηκε και την έχασε πάνω στα νιάτα της. Με το κρασί που μέθυσαν και ερωτεύτηκαν εκατομμύρια άνθρωποι σε όλον τον κόσμο. Η περιοχή ολόκληρη έφαγε ψωμί απο το εργοστάσιο. Δεκάδες εργάτες δούλεψαν σε αυτό. Όμως μια οικογένεια κληρώθηκε να δώσει το αίμα της. Και απο τότε μέχρι τώρα, το εργοστάσιο αλλάζει συνεχώς χέρια. Κοράκια πέσαν πάνω του να το κατασπαράξουν. Την ιστορία του, που έφτασε το όνομα της Πάτρας και της Ελλάδας ως την άκρη του κόσμου. Από την πύλη του πέρασαν βασιλιάδες και σεΐχηδες, καλλιτέχνες και άνθρωποι των γραμμάτων. Στους τοίχους του μπαρ μετάλλια και βραβεία, και στο τεράστιο βιβλίο αφιερώσεων, οι υπογραφές απο χέρια βελούδινα, μέχρι χέρια απλά και εργατικά· τα δικά μας τα χέρια. Τα κελάρια του, γεμάτα απο τα αιώνια σκαλιστά δρύϊνα βαρέλια, που το καθένα είναι αφιερωμένο σε βασιλείς μέχρι την Αίγυπτο. Και τώρα το βλέπουμε να αλλάζει χέρια και ο καθένας από τα αρπαχτικά να το εξαθλιώνει και να το ερημώνει. Γιατί ενώ ο Γουσταύος το έχτισε με αγάπη και βάφτισε το ωραιότερο απο τα κρασιά του, στο όνομα του έρωτα, ενώ αυτοί που ήρθαν μετά, το συνέχισαν πάνω στην αδικία και το μίσος.

Όταν ανεβαίνω και στέκομαι μπροστά στον τάφο του Γουστάβου στο μικρό κοιμητήρι του Άη Θωμά, συγκίνηση και θλίψη αισθάνομαι. Ο Γουσταύος Κλάους, αγάπησε την Ελλάδα και έδωσε ψωμί και δουλειά. Έδωσε ποιότητα ζωής σε εργάτες, που ποτέ ως τότε και ποτέ ξανά, δεν είδαν συνεργάτες τους. Στους έξη μεγάλους πύργους του, έφτιαξε διαμερίσματα που μέναν με τις οικογενειές τους μόνιμα, χωρίς ενοίκιο. Στο ομορφότερο προάστειο της Πάτρας, ανάμεσα σε πεύκα και νερά, δημιούργησε ενα κόσμημα. Και ήρθαν σήμερα οι αλήτες, τα αρπαχτικά να το καταστρέψουν. Ανάθεμα θα γίνει για τους διοικούντες της πόλης αν επιτρέψουν να χαθεί ενα τέτοιο μνημείο.

Είμαι η Ευγενία. Το μεγαλύτερο απο τα παιδιά της οικογένειας του Νίκου και της Δήμητρας. Το δεκάχρονο κοριτσάκι που έχασε το πατρικό του σπίτι και που η γη του πατέρα της έγινε αμπέλια για την Αχάϊα Κλάους. Το κοριτσάκι που για πολλά χρόνια μετά, μέχρι που μεγάλωσε πολύ και έκανε δικά της παιδιά, τις νύχτες ονειρευόταν το μικρό πέτρινο σπιτάκι της, όπως το έφτιαχνε στα όνειρά του ο πατέρας της. Και ξυπνούσε με εναν λυγμό σαν κι εκείνον που τον άκουσε να κάνει όταν αντίκρισε την καταστροφή. Ωστόσο, τα τέσσερα παιδιά μεγάλωσαν και πρόκοψαν και κάναν δικά τους παιδιά. Οι γονείς, ο πατέρας Νίκος και η μητέρα Δήμητρα, έφυγαν απο τη ζωή και ευτυχώς δεν είδαν το μικρό πέτρινο σπιτάκι να γίνεται έτσι όπως ο ίδιος δεν κατάφερε ποτέ να δημιουργήσει (καλύτερη οικία) και να κατοικούν μέσΗ Ευγενία σε σχολική εορτή [edit]α του άλλοι. Ο μετέπειτα ιδιοκτήτης της εταιρίας Αχάϊα Κλάους, εκμεταλλευόμενος κονδήλια επιδοτήσεων, το μετέτρεψε σε εργατική κατοικία και είναι εκει μέχρι σήμερα. Είναι εκει στα πλατάνια. Οι πηγές στέρεψαν και οι πικροδάφνες δεν υπάρχουν πια. Αλλά το πατρικό πέτρινο σπίτι, εντελώς αλλαγμένο, στέκει όρθιο και θα είναι παντοτινός πόνος κυρίως για την Ευγενία· που ήταν το μεγαλύτερο παιδί και θυμάται και που ποτέ δεν θα συγχωρήσει.

Είμαι η Ευγενία που το 1967 ήμουν εννέα (9) χρονών και έζησα τον φόβο της δικτατορίας. Είμαι το παιδί που έζησε τον τρόμο των δικαστηρίων. Το παιδί που ένιωθε πανικό όταν αντίκριζε στολή εξουσίας για πολλά χρόνια μετά. Είμαι το μεγαλύτερο απο τα τέσσερα παιδιά του Νίκου και της Δήμητρας, που από τότε μέχρι και σήμερα φοβάται πως ό,τι αγαπήσει πολύ θα το χάσει. Είμαι το παιδί που παρ’ όλα αυτά που έζησε, αγάπησε ενα ζωντανό μνημείο, όπως αγάπησε το μικρό πέτρινο σπίτι της. Και που θλίβεται το ίδιο, που βλέπει το μνημείο να χάνει τη λάμψη του, όπως χάθηκε η λάμψη του μικρού πέτρινου σπιτιού της και των παιδικών της ανέμελων ονείρων…

Ευγενία

Οι φωτογραφίες (αρχείο Ευγενίας)
1. Λεπτομέρεια των εγκαταστάσεων της Αχάϊα Clauss (Πετρωτό)
2. Tο σπίτι τότε (σε κόκκινο κύκλο) και το λατομείο (σε πράσινο κύκλο)
3. Νέα οικία δίπλα στο πατρικό σπίτι
4. Η Ευγενία σε σχολική εορτή

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: